|  | 

TV & AUDIO

Η εξέλιξη του ραδιοφώνου: μια σταθερή αξία

 

   shutterstock_163882400

Από το 1906, όπου και μεταδόθηκε για πρώτη φορά μέσω ραδιοκυμάτων φωνή και μουσική, το ραδιόφωνο έχει συμβάλλει καθοριστικά στη διαμόρφωση της κοινωνίας, της οικονομίας και του ανθρώπινου πολιτισμού. Η ανάγκη των ανθρώπων για επικοινωνία ήταν αυτή που ουσιαστικά «γέννησε» το ραδιόφωνο, ένα μέσο επικοινωνίας που εμφανίστηκε πολύ πιο πριν από την τηλεόραση και το διαδίκτυο. Η εξέλιξη του ραδιοφώνου αποτελεί, αναμφίβολα, μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία της οποίας αξίζει να ξεφυλλίσουμε τις σελίδες…

 

Ποιος είναι τελικά ο «πατέρας» του ραδιοφώνου;

Ένας από τους πρωτοπόρους των ραδιοκυμάτων, είναι ο Γερμανός φυσικός Χάινριχ Ρ. Χερτζ, ο οποίος επιβεβαίωσε την ηλεκτρομαγνητική θεωρία του Μάξγουελ και κατά τη διάρκεια πειραμάτων (από το 1886 έως το 1889) παρήγαγε και μελέτησε ηλεκτρομαγνητικά κύματα (γνωστά επίσης ως ερτζιανά κύματα, ή ραδιοκύματα). Μερικά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1893, ο Νίκολα Τέσλα απέδειξε -μέσα από μια σειρά από διαλέξεις- πως ήταν εφικτή μια ραδιομετάδοση (εκπομπή και λήψη σημάτων μέσω ηλεκτρικών ταλαντώσεων). Το 1896, ο Ιταλός εφευρέτης Γκουλιέλμο Μαρκόνι ήταν ο πρώτος που πραγματοποίησε στην Αγγλία επίδειξη ραδιοφωνικής επικοινωνίας, καταφέρνοντας να στείλει ασύρματο σήμα σε απόσταση 2km, ενώ το 1901 απέδειξε ότι μπορούσαν να σταλούν ραδιοφωνικά μηνύματα επάνω από τον Ατλαντικό σε μια απόσταση περίπου 3km.

 

Αν και ο Μαρκόνι θεωρήθηκε ευρέως ως ο εφευρέτης του ραδιοφώνου, το γεγονός αμφισβητήθηκε από πολλούς επιστήμονες, καθώς το σύνολο σχεδόν των πατεντών που είχε χρησιμοποιήσει ήταν του Νίκολα Τέσλα. Τελικά, ο Τέσλα δικαιώθηκε το 1943 (λίγους μήνες μετά το θάνατο του), ενώ αναγνωρίστηκε ως ο εφευρέτης του ραδιοφώνου το 1955. Παρόλα αυτά, είναι πολλοί εκείνοι που ακόμα και σήμερα αναφέρουν ως «πατέρα» του ραδιοφώνου τον Γκουλιέλμο Μαρκόνι.

 

 

Η εξάπλωση του ραδιοφώνου

 

shutterstock_94197982Το πρώτο ραδιοφωνικό πρόγραμμα –με φωνή και μουσική- μεταδόθηκε από τον πειραματικό ραδιοφωνικό σταθμό του Ρέτζιναλτ Φέσσεντεν στο Μπραντ Ροκ της Μασσαχουσέττης, την παραμονή των Χριστουγέννων του 1906. Από τότε, και μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο το ραδιόφωνο είναι ένα μέσο που χρησιμοποιείται σε ερασιτεχνική βάση και δεν είναι καθόλου ανεπτυγμένο ή διαδεδομένο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι ερασιτεχνικοί σταθμοί κλήθηκαν να αναστείλουν τη δραστηριότητα τους, αλλά πολλοί εξ αυτών επέστρεψαν στην ενεργό δράση το 1919. Η πολυπλοκότητα του ραδιοεξοπλισμού και ο αριθμός των ερασιτεχνικών σταθμών αυξήθηκε γρήγορα. Ένας από αυτούς τους ερασιτέχνες ήταν ο Αμερικανός μηχανικός Φρανκ Κόνραντ, όπου χάρη στο τεχνικό υπόβαθρο του το καλοκαίρι του 1916 καταφέρνει να εγκαταστήσει ραδιοφωνικό σταθμό στον τελευταίο όροφο ενός διώροφου γκαράζ δίπλα στο σπίτι του στη Πενσυλβάνια τον οποίο και χρησιμοποιούσε για μεταδόσεις ραδιοτηλεφωνίας. Ο Κόνραντ εξελίσσει τον εξοπλισμό του και από τον Οκτώβριο του 1919 μεταδίδει μουσική από δίσκους γραμμοφώνου. Το πρόγραμμα του αποδεικνύεται ιδιαίτερα δημοφιλές και αποκτά φανατικό κοινό. Τότε ήταν που μεταδόθηκε και η πρώτη ραδιοφωνική διαφήμιση. Στη συνέχεια, η κατασκευάστρια εταιρεία ραδιοφωνικών δεκτών Westinghouse, αποφασίζει να στηρίξει και να εξελίξει τεχνολογικά τον ραδιοφωνικό σταθμό του Κόνραντ και κάπως έτσι, στις 20 Νοεμβρίου του 1920 «γεννήθηκε» ο ραδιοφωνικός σταθμός KDKA που λειτουργεί μέχρι και σήμερα.

 

Το 1926 εμφανίζεται στην αγορά ραδιοφωνικός δέκτης αρκετά πιο εύχρηστος, ποιοτικός και φθηνός και το ραδιόφωνο κατακτά πολύ ευρύ κοινό. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη σύσταση σχετικής νομοθεσίας για την οργάνωση τόσο των σταθμών όσο και των συχνοτήτων εκπομπής. Η εδραίωση, όμως, του ραδιοφώνου έρχεται μετά το 1930 και σε αυτή την περίοδο δημιουργείται το καλά οργανωμένο δίκτυο σταθμών (κρατικών και ιδιωτικών) τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη. Κατά τη διάρκεια και μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το ραδιόφωνο γίνεται κυρίως ενημερωτικό μέσο, ενώ στα τέλη της δεκαετίες του 1940 με αρχές του 1950 αποκτά έναν σημαντικό ανταγωνιστή -τόσο σε επίπεδο ψυχαγωγίας όσο και σε επίπεδο ενημέρωσης- την τηλεόραση. Έτσι, η ακροαματικότητα του ραδιοφώνου πέφτει κατακόρυφα και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί ψάχνουν λύσεις. Η λύση έρχεται κατά τη δεκαετία του 1950 με την εμφάνιση της δημοφιλέστατης μουσικής Rock 'n Roll, όπου εκείνη τη περίοδο γνώρισε μεγάλη άνθιση. Η κρίση ξεπερνιέται και το ραδιόφωνο καθιερώνεται ως αποκλειστικά ψυχαγωγικό - μουσικό μέσο.

 

Το ραδιόφωνο στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, ήδη από το 1923 άρχισε μια προσπάθεια εγκατάστασης ραδιοφωνικού πομπού και ύστερα από αρκετά χρόνια πειραματισμών, ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός εξέπεμψε στη Θεσσαλονίκη την 25η Μαρτίου του 1928 με ιδιωτική πρωτοβουλία από το ραδιοηλεκτρολόγο Χρίστο Τσιγγιρίδη. Ο σταθμός λειτούργησε για 20 χρόνια, μεταδίδοντας τακτικά εκπομπές. Ο πρώτος εθνικός ραδιοφωνικός σταθμός ιδρύθηκε και λειτούργησε στην Αθήνα, αφού στις 25 Μαρτίου του 1938 εγκαινιάστηκε από τον τότε βασιλιά Γεώργιο Β΄, ενώ το 1945 ιδρύθηκε το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (Ε.Ι.Ρ.) που ανέλαβε την ευθύνη λειτουργίας του σταθμού. Αμέσως μετά την απελευθέρωση άρχισαν να ιδρύονται κι άλλοι σταθμοί σε διάφορες πόλεις της χώρας που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του Ε.Ι.Ρ., καθώς και πολλοί στρατιωτικοί σταθμοί υπό τη δικαιοδοσία των ενόπλων δυνάμεων (ΥΕΝΕΔ).

 

shutterstock_74805742Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, αρχικά η μπάντα των μεσαίων και στη συνέχεια η ζώνη των FM κατακλύζεται από εκατοντάδες ερασιτέχνες (οι επονομαζόμενοι και «πειρατές»), που εκπέμπουν πολυποίκιλα προγράμματα, αμφισβητώντας ανοιχτά το ραδιοφωνικό μονοπώλιο της κρατικής ραδιοφωνίας. Ραδιοσταθμό κατασκεύασαν, επίσης, οι φοιτητές του ΕΜΠ κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου κατά της Χούντας το 1973. Στα πλαίσια τη γενικής εκσυγχρονιστικής προσπάθειας και προσαρμογής των δομών στις προδιαγραφές της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου για τη ραδιοφωνία και την τηλεόραση, που λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας με έδρα την Αθήνα. Με υπουργική απόφαση καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις και οι όροι ίδρυσης ραδιοσταθμών τοπικής ισχύος, από Δήμους και κοινότητες, ενώ με προεδρικό διάταγμα έχουμε την «απελευθέρωση» της ιδιωτικής ραδιοφωνίας, καθώς τέθηκαν οι όροι ίδρυσης τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών και από φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Σήμερα η κατανομή των ραδιοφωνικών συχνοτήτων γίνεται από το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο (ΕΣΡ).

 

 

Το ραδιόφωνο ως συσκευή

Ο Αμερικανός εφευρέτης Λη ντε Φόρεστ αναφέρεται ως πρωτοπόρος στην ανάπτυξη της ραδιοεπικοινωνίας. Σχεδίασε διάφορες απλές συσκευές για ασύρματο ραδιόφωνο και συσκευές αποστολής τηλεγραφικών σημάτων. Η σημαντικότερη εφεύρεση του ήταν μια λυχνία κενού που την ονόμασε Audion (γνωστή και ως «τρίοδος») και από το 1906 μέχρι και στις αρχές της δεκαετίας του 1950 αποτελούσε βασικό στοιχείο σχεδόν σε όλα τα ραδιόφωνα, τα ραντάρ, την τηλεόραση και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές.

 

Από τις λυχνίες στα τρανζίστορ

Η λυχνία κενού είχε πολλά μειονεκτήματα, κατανάλωνε αρκετή ενέργεια, θερμαινόταν εύκολα και είχε υψηλό κόστος. Η ανάγκη για ένα πιο οικονομικό και ταυτόχρονα καινοτόμο μέσο ενίσχυσης, οδήγησαν του ερευνητές John Bardeen, Walter Brattain και William Shockley, που εργάζονταν στα εργαστήρια Bell, να εφεύρουν το τρανζίστορ. Το πρώτο τρανζίστορ εμφανίστηκε στις 23 Δεκεμβρίου, 1947. Μετά την απόκτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας, η εταιρεία πραγματοποίησε συνέντευξη Τύπου τον Ιούνιο του 1948, κατά την οποία παρουσιάστηκε ένα πρωτότυπο ραδιόφωνο τρανζίστορ. Από τότε, και μέχρι στις αρχές της δεκαετίας του 1950, εμφανίστηκαν πολλά πρωτότυπα ραδιόφωνα τρανζίστορ, ωστόσο ποτέ δεν τέθηκαν σε μαζική παραγωγή.

 

Τα πρώτα ραδιόφωνα τρανζίστορ

Το ράδιο τρανζίστορ Regency TR-1 αποτελούσε το πρώτο μοντέλο παραγωγής των εταιρειών Texas Instruments και Regency Electronics, το οποίο και κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1954. Η χρήση των τρανζίστορ αντί για λυχνίες κενού, είχε σαν αποτέλεσμα μια μικρότερη και ελαφρύτερη συσκευή που μπορούσε να χωρέσει ακόμα και στη τσέπη. Επίσης, την ίδια περίοδο, εμφανίστηκε και η γνωστή πλέον 9v μπαταρία που χρησιμοποιήθηκε για την τροφοδοσία των τρανζίστορ. Τα περισσότερα ραδιόφωνα διέθεταν υποδοχές ακουστικών και την κυκλοφορία τους συνόδευαν ακουστικά με μέτρια ποιότητα αναπαραγωγής ήχου. Ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του, το TR-1 πούλησε 100.000 τεμάχια. Η εμφάνιση και το μέγεθος της συσκευής εντυπωσίασε τους καταναλωτές, ωστόσο οι κριτικές για τις επιδόσεις του ήταν συνήθως αρνητικές.  Το Φεβρουάριο του 1955, η Raytheon έφερε στην αγορά το 8-TP-1, ένα μεγαλύτερο σε μέγεθος ραδιόφωνο τρανζίστορ με ηχείο 4 ιντσών και τέσσερα επιπλέον τρανζίστορ (το TR-1 χρησιμοποιούσε μόνο τέσσερα). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα καλύτερη ποιότητα ήχου σε σχέση με το TR-1, και πιο αποδοτική κατανάλωση μπαταρίας. Μετά την επιτυχία του 8-TP-1, η αγορά κατακλείστηκε με περισσότερα μοντέλα ραδιοφώνων τρανζίστορ. Μάλιστα τον Οκτώβριο του 1955 εμφανίστηκε το πρώτο ραδιόφωνο τρανζίστορ για αυτοκίνητο, το 914HR, το οποίο αργότερα (1956) ήταν διαθέσιμο ως επιλογή στα νέα αυτοκίνητα της Chrysler.

 

Το 1952, ο Ιάπωνας μηχανικός  Μασάρου Ιμπούκα, ιδρυτής της Tokyo Telecommunications Engineering Corporation, ταξίδεψε στις ΗΠΑ για να κατοχυρώσει την πατέντα του τρανζίστορ. Ο Ιμπούκα και ο συνεργάτης του, ο φυσικός Άκιο Μορίτα, κατάφεραν να πείσουν το ιαπωνικό Υπουργείο Διεθνούς Εμπορίου και Βιομηχανίας να τους χρηματοδοτήσει για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων. Έτσι, ο Ιμπούκα δανείζεται ιδέες από τους Αμερικανούς κατασκευαστές τρανζίστορ και κατάφερε να βελτιώσει την τεχνολογία. Τρία χρόνια αργότερα, η εταιρεία μετονομάζεται σε Sony και κυκλοφορεί στην αγορά των ΗΠΑ το ραδιόφωνο TR-55, το οποία ενσωμάτωνε 5 τρανζίστορ. Η Sony έγινε η πρώτη εταιρεία κατασκευής τρανζίστορ και άλλων εξαρτημάτων που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή ραδιοφώνων. Ωστόσο, η έλλειψη διαφήμισης σε συνδυασμό με τη μικρή παραγωγή, έφεραν αρνητικές πωλήσεις. Ακολούθησαν και άλλες αποτυχίες, μέχρι που το Δεκέμβριο του 1957 η Sony εισάγει στην αμερικανική αγορά το TR-63, μικρότερο και τεχνολογικά πιο εξελιγμένο από το αρχικό Regency TR-1. Η συσκευή ήταν διαθέσιμη σε τέσσερις χρωματικές επιλογές και χρησιμοποιούσε μπαταρία 9v, η οποία έγινε πρότυπο για ραδιόφωνα τρανζίστορ. Το «ραδιόφωνο τσέπης» αποδείχθηκε τεράστια εμπορική επιτυχία. Μάλιστα, μετά την επιτυχία του TR-63, στην αγορά των ΗΠΑ εντάχθηκαν και άλλες ιαπωνικές εταιρείες, όπως οι Toshiba και Sharp. Το 1959 υπάρχουν στην αγορά των ΗΠΑ περισσότερα από 6 εκατομμύρια ραδιόφωνα τσέπης που παράγονται από ιαπωνικές εταιρείες, αριθμός που μεταφράζεται σε 62 εκατομμύρια δολάρια σε έσοδα!

 

Ποπ κουλτούρα

Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και με την ολοένα αυξανόμενη δημοτικότητα της μουσικής Rock 'n Roll, τα ραδιόφωνα τρανζίστορ έγιναν εξαιρετικά δημοφιλή στους νέους ανθρώπους. Η επιρροή των τρανζίστορ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου φαίνεται και από την εμφάνιση τους σε δημοφιλείς ταινίες, τραγούδια και βιβλία της εποχής. Στα τέλη του 1950, εμφανίστηκαν ραδιόφωνα με περισσότερα περίτεχνα σχέδια και μικρότερα σε μέγεθος. Ο καθένας πλέον, είχε ένα ραδιόφωνο στη τσέπη του!

 

 

Η άνοδος των φορητών συσκευών αναπαραγωγής ήχου

shutterstock_298999061Από το 1980, η δημοτικότητα των φορητών ραδιοφώνων έχει μειωθεί κατακόρυφα μετά την κυκλοφορία των φορητών συσκευών αναπαραγωγής ήχου, οι οποίες επιτρέπουν στους χρήστες να μεταφέρουν και να ακούνε τη μουσική της επιλογής τους, ενώ ενσωματώνουν επίσης δέκτη ραδιοφώνου. Τη δεκαετία του 1980 εμφανίστηκαν τα κασετόφωνα (γνωστά και ως boombox) και συσκευές αναπαραγωγής όπως το Sony Walkman, ενώ ακολούθησαν και τα φορητά CD players. Ένας κοινός τύπος είναι πλέον οι φορητές συσκευές αναπαραγωγής ψηφιακού ήχου. Το συγκεκριμένο είδος συσκευής αποτελεί δημοφιλής επιλογή για τους χρήστες που δεν είναι ικανοποιημένοι με τα επίγεια ραδιόφωνα, λόγω αρκετών τεχνικών περιορισμών. Ωστόσο τα ραδιόφωνα τρανζίστορ παραμένουν ως επιλογή για ειδήσεις και αθλητικά προγράμματα, ενώ πολλοί είναι εκείνοι/ες που απλά προτιμούν τη γοητεία του κλασικού!

 

Διαδικτυακό ραδιόφωνο

Το όραμα του Βρετανού επιστήμονα Τιμ Μπέρνερς Λι για ένα παγκόσμιο σύστημα διασυνδεδεμένων δικτύων υπολογιστών φέρνει το 1989 την μεγάλη άνθιση του διαδικτύου στις ΗΠΑ. Λίγα χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1993 εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Αμερική το διαδικτυακό ραδιόφωνο (γνωστό και ως e-Radio). Πρόκειται για ένα μέσο ροής (stream medium) το οποίο προσφέρει στους ακροατές μία συνεχή ροή ήχου πάνω στην οποία δεν έχουν έλεγχο όπως και στα κλασικά μεταδιδόμενα ραδιόφωνα. Πρωτοπόρος του διαδικτυακού ραδιοφώνου ήταν ο Καρλ Μάλαμουντ, ο οποίος ξεκίνησε την πρώτη ιντερνετικο-ραδιοφωνική εκπομπή με τίτλο  "Internet Talk Radio". Σταθμός όμως για το διαδικτυακό ραδιόφωνο ήταν η ίδρυση του NetRadio.com το 1995. Από τότε, εμφανίστηκαν στην Αμερική και άλλοι ραδιοφωνικοί σταθμοί μέχρι που τον Μάρτιο του 1996 λειτούργησε στο Λονδίνο ο πρώτος ευρωπαϊκός ραδιοφωνικός σταθμός (Virgin Radio). Το διαδικτυακό ραδιόφωνο εξελίσσεται ακόμα περισσότερο και καταφέρνει να γίνει η πιο δημοφιλής πλατφόρμα και από το 2000 και μετά, η λήψη του είναι πλέον παγκόσμια, αυξήθηκε η ποιότητα ροής, ενώ το εύρος ζώνης έγινε πιο οικονομικό. Στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα πολλοί σταθμοί που εκπέμπουν αποκλειστικά από το διαδίκτυο.

 

Ραδιόφωνο παντού!

Προς τα τέλη του 20ου αιώνα, το ραδιόφωνο ενσωματώθηκε σε ψηφιακές συσκευές αναπαραγωγής (CD players, mp3 κ.λπ.) καθώς και στα κινητά τηλέφωνα. Πλέον, υπάρχει ως επιλογή στις «έξυπνες» συσκευές όπως είναι τα smartphones, τα tablets, ακόμα και στις smart TVs. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει για πόσο ακόμα θα συνεχιστεί η τεχνολογική εξέλιξη του ραδιοφώνου, αυτό που σίγουρα γνωρίζουμε, όμως, είναι ότι θα συνεχίσει να συντροφεύει εκατομμύρια ανθρώπους ανά τον κόσμο, στο σπίτι, στη κουζίνα, στο γυμναστήριο, στο αυτοκίνητο, στα ταξίδια, στις χαρές και στις λύπες.

Δείτε ακόμη