|  | 

Gaming News

Εσύ μιλάς τη γλώσσα των K-mers;

 

Η εποχή που το gaming ήταν ένα χόμπι για λίγους έχει περάσει. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, περίπου 1,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη παίζουν video games (η πλειοψηφία από το smartphone τους) με τη βιομηχανία του gaming να έχει ξεπεράσει σε τζίρο τα 78 δισεκατομμύρια δολάρια, τζίρος υπερδιπλάσιος και από εκείνον της πάλαι ποτέ παντοδύναμης βιομηχανίας του Hollywood.

Όπως κάθε χόμπι έτσι και το gaming έχει την ορολογία του. Φράσεις και λέξεις που όσοι ασχολούνται ενεργά με το gaming χρησιμοποιούν καθημερινά τόσο όταν συζητάνε για το αγαπημένο τους χόμπι, όσο και όταν πρέπει να συνεννοηθούν όταν παίζουν παρέα ή ενάντια σε άλλους gamers online.

Αν οι δικές σου γνώσεις περί του θέματος έχουν μείνει στην εποχή των ουφάδικων και δεν νιώθεις ότι κατέχεις τη γλώσσα των K-mer, αυτός εδώ ο οδηγός θα σε βοηθήσει να εξοικειωθείς με μερικούς από τους βασικούς όρους.

 

 

Afk : Συντομογραφία του “Away From Keyboard”. Το γράφει/λέει κάποιος στο chat όταν θέλει να φύγει για λίγο από το PC/κονσόλα.

Brb: Συντομογραφία του “Βe right back”. Όπως και το Afk το χρησιμοποιεί κάποιος που θέλει να σταματήσει να παίζει για λίγο.

GL HF: Συντομογραφία του “Good Luck, Have Fun”.  Ευγενικός χαιρετισμός στο chat μεταξύ των παικτών.

GG: Συντομογραφία του “Good Game”. Χρησιμοποιείται από τους ηττημένους στο τέλος κάθε game ως κοπλιμέντο. Σε περίπτωση που χρησιμοποιηθεί από το νικητή, χωρίς να έχει γράψει GG ο ηττημένος, θεωρείται ειρωνεία και προσβολή (trash talk).

BG: Συντομογραφία του “Bad Game”. Χρησιμοποιείται από εκνευρισμένους συνήθως ηττημένους παίκτες, που θεωρούν ότι για την ήττα τους δεν φταίνε οι ίδιοι.

EZ: Συντομογραφία του “easy”. To χρησιμοποιεί κάποιος για να υπερηφανευτεί για τη νίκη του, με ξεκάθαρα ειρωνικό/υποτιμητικό χαρακτήρα απέναντι στον/στους αντιπάλους (trash talk).

U mad? ή U mad bro?: Ατάκα για τσιγκλίσεις κάποιον που έχεις καταλάβει ότι είναι ήδη εκνευρισμένος με την πορεία του παιχνιδιού.

Rage quit: Όταν ένας παίκτης εγκαταλείπει απότομα το παιχνίδι επειδή έχει εκνευριστεί συνήθως μετά από αλλεπάλληλες ή εύκολες ήττες.

 

 

Ban: Αποκλεισμός από κάποιο παιχνίδι ή chat room με απαγόρευση επανεισόδου. Το ban μπορεί να είναι είτε προσωρινό είτε μόνιμο.

Ban Hammer: Το μεταφορικό σφυρί που τρώει στο κεφάλι κάποιος όταν γίνεται ban.

wut: Συντομογραφία του “What”, χρησιμοποιείται ως απάντηση για κάτι που δεν βγάζει νόημα.

Lifer: Χαρακτηρισμός που περιγράφει  κάποιον που σταμάτησε να παίζει παιχνίδια (ή μείωσε τον χρόνο που παίζει παιχνίδια) για να ασχοληθεί με την πραγματική ζωή.

No lifer: Χαρακτηρισμός που περιγράφει κάποιον πάρα πολύ καλό σε ένα παιχνίδι. Θεωρείται πως παίζει τόσο πολύ το παιχνίδι αυτό, ώστε να μην έχει χρόνο για την πραγματική ζωή. Χρησιμοποιείται κυρίως από τους αντιπάλους του όταν αυτοί δεν έχουν ελπίδα απέναντί του.

Shooter: Όρος που περιγράφει τα FPS (First Person Shooter), παιχνίδια μάχης με όπλα που απεικονίζουν τον κόσμο από κάμερα προοπτικής πρώτου προσώπου.

MOBA: Συντομογραφία της κατηγορίας παιχνιδιών “Multiplayer Online Battle Arena”. Πρόκειται για υποκατηγορία των παιχνιδιών στρατηγικής όπου οι παίκτες, αφού διαλέξουν χαρακτήρα, χωρίζονται σε δύο ομάδες με πιο συνηθισμένο απώτερο σκοπό την καταστροφή της βάσης της αντίπαλης ομάδας.

MMO-RPG: Συντομογραφία του Massive Multiplayer Online Role Playing Game. H πιο δημοφιλής κατηγορία online παιχνιδιών πριν από μερικά χρόνια (με πιο γνωστό στο World of Warcraft).

Battle Royale: Η πιο δημοφιλής κατηγορία online παιχνιδιών αυτή τη στιγμή με σημαιοφόρους το PUBG και το Fortnite: Battle Royale. Πρόκειται για παιχνίδια τύπου shooter όπου 100 παίκτες μαζεύονται σε μία αρένα που συρρικνώνεται μέχρι να μείνει μόνο ένας ζωντανός.

Buff: Λέξη που περιγράφει οτιδήποτε (μαγεία, consumable κτλ) κάνει ένα παίκτη πιο δυνατό για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Ελληνικά  θα ακούσεις τη φράση “πήρε μπαφ” ή το ρήμα μπαφάρω.

 

 

Nerf: Αλλαγή στα χαρακτηριστικά, ιδιότητες που συμβαίνει σε  κάποιο παιχνίδι όταν κάποιος χαρακτήρας, κάποια ιδιότητα, κάποια μονάδα, κάποιο όπλο κτλ, είναι πιο ισχυρό απ' ό,τι θα έπρεπε και επηρεάζει την ισορροπία μεταξύ των παικτών. Συνήθως τα nerfs γίνονται μετά από από κάποιο patch του παιχνιδιού. Ελληνικά θα ακούσεις τη φράση “έφαγε νερφ” ή το ρήμα “νερφάρω”.

OP: Συντομογραφία του “Overpowered”. Κάποιος χαρακτήρας, αντικείμενο, συνδυασμός κινήσεων ή στρατηγική που είναι πανίσχυρη και αντιμετωπίζεται πολύ δύσκολα. Συνήθως αναγκάζει του developers του παιχνιδιού να το νερφάρουν.

Imba: Συντομογραφία του “Imbalanced”. Περιγράφει κάτι που είναι πολύ ισχυρό μέσα στο παιχνίδι, σε σημείο που να θεωρείται αδικία και συνήθως αντιμετωπίζεται με patch προκειμένου να αποκατασταθεί η ισορροπία των μηχανισμών του παιχνιδιού.

Broken ή Busted: Αντίστοιχος όρος με το Imba. Κάτι που από λογικής άποψης είναι «σπασμένο» σε σημείο που δεν βγάζει νόημα. Συνήθως, τέτοιες περιπτώσεις διορθώνονται με κάποιο patch, αν όντως υπάρχει θέμα ισορροπίας του game.

Kill: “Πόντος” που παίρνεις εσύ ή η ομάδα σου όταν σκοτώνεις έναν αντίπαλο παίκτη. Απαραίτητη προϋπόθεση, για να προσμετρηθεί σε σένα ένα kill είναι να έχεις δώσει τη χαριστική βολή στον αντίπαλο.

Assist: Όταν βοηθάς κάποιον άλλο παίκτη να σκοτώσει ένα αντίπαλο συνεισφέροντας στη ζημιά, χωρίς όμως να σημειώσεις εσύ το τελικό χτύπημα.

Headshot: Όρος που χρησιμοποιείται στα shooters, όταν πετυχαίνεις κάποιον στο κεφάλι. Συνήθως προκαλεί τον θάνατο του αντιπάλου με μία βολή. Εναλλακτικά χεντίδι (π.χ. έφαγε χεντίδι).

Καμπέρι: Παίκτης ο οποίος οχυρώνεται σε ένα συγκεκριμένο σημείο μιας πίστας για πολύ ώρα με σκοπό να πετύχει εύκολα kills. Από εδώ προκύπτουν και το καμπερώνομαι ή το είμαι/είναι τρελό καμπέρι.

Αζούμωτη: Χρήση όπλου τύπου sniper, χωρίς να στοχεύσεις μέσα από τη διόπτρα (να κάνεις zoom δηλαδή).

Πρέσα: Το κάλεσμα της ομάδας να ασκήσει συντονισμένες επιθέσεις ώστε να πιέσουν τους αντίπαλους παίκτες. Εναλλακτικά η φράση “με έχουν στην πρέσα”, δηλώνει την πίεση που μπορεί να δέχεται ένας παίκτης από τους αντιπάλους.

Τραβάω agro: Όταν ένας παίκτης τραβάει/προκαλεί τις επιθέσεις των αντιπάλων χαρακτήρων ή τεράτων για να μην επιτεθούν στους πιο αδύναμους της ομάδας.

Κάνω carry ή Κουβαλάω: Ατάκα του παίκτη μιας ομάδας που τραβάει τους συμπαίκτες για να αντιμετωπίσουν μία δύσκολη φάση ή να κερδίσουν μια μάχη επειδή εκείνος είναι πιο ικανός ή ισχυρός.

RIP: Η γνωστή συντομογραφία του Rest in Peace, που υποδηλώνει τον θάνατο ενός παίκτη. Θα το ακούσεις και ως ριπάρω (όταν κάποιος νομίζει ότι ετοιμάζεται να πεθάνει) ή ρίπαρα.

 

 

Ripperoni:  Συνδυασμός του RIP και του γνωστού αλλαντικού πεπερόνι. Συνήθως χρησιμοποιείται ως χιουμοριστική αντίδραση στον θάνατο κάποιου παίκτη.

Feeder: Παίκτης που πεθαίνει συνέχεια, χαρίζοντας εύκολα kills στην αντίπαλη ομάδα. Αντίστοιχα χρησιμοποιούνται τα “ταΐζω” ή “ταΐζεις”.

Rusher: Παίκτης που χρησιμοποιεί καθαρά επιθετικές τακτικές με σκοπό να πιέσει τον αντίπαλο από την αρχή. Χρησιμοποιείται ως τακτική κυρίως στα παιχνίδια στρατηγικής.

Κοτόπουλο: Όρος που έχει προκύψει από το δημοφιλές παιχνίδι PUBG που όταν κάποιος βγει πρώτος ανάμεσα στους 100 αντιπάλους, το παιχνίδι γράφει “Winner winner chicken dinner”.

Noob: O παίκτης που απλώς είναι κακός στο παιχνίδι που παίζει. Ελληνιστί νουμπάς.

Newbie ή Ψάρακας: Ο συνηθισμένος χαρακτηρισμός των καινούριων παικτών.

Loot: Τα αντικείμενα/ανταμοιβές που αποκτούν οι παίκτες μετά την ολοκλήρωση κάποιου objective, αποστολής ή όταν σκοτωθεί κάποιο boss ή αντίπαλος παίκτης. Σαν έκφραση: μαζεύω λουτ ή λουτάρω σαν ρήμα.

Boss: Οι μεγάλοι εχθροί που συνήθως αντιμετωπίζει κάποιος στο τέλος μιας πίστας, αποστολής ή objective.

Adds: Τα τέρατα που υποστηρίζουν ή έρχονται ως ενισχύσεις συνήθως σε κάποιο boss fight.

Raid: Συγκεκριμένος τύπος αποστολής συνήθως σε MMORPG όπου μαζεύονται δεκάδες ή και εκατοντάδες παίκτες προκειμένου να βγάλουν ένα boss ή ένα dungeon.

Λαγκάρω, έχω λαγκ (lag): Όταν κολλάει/καθυστερεί το παιχνίδι, αφορά κυρίως τα online παιχνίδια και προκαλείται ως επί το πλείστον από αργή προβληματική σύνδεση με το internet ή με το server του παιχνιδιού.

Army: Οι φανατικοί οπαδοί γνωστών streamers ή youtubers.

Δείτε ακόμη