|  | 

TV & AUDIO

Πώς η τεχνολογία έχει επηρεάσει τον τρόπο που ακούμε μουσική!

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η τεχνολογία εξακολουθεί να επηρεάζει σημαντικά τη μουσική βιομηχανία. Από την εμφάνιση του πρώτου γραμμοφώνου στα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, η τεχνολογική εξέλιξη έχει επιφέρει μεγάλες αλλαγές στον τρόπο δημιουργίας, εκτέλεσης και μετάδοσης της μουσικής. Σήμερα, έχουμε στη διάθεσή μας συσκευές και υπηρεσίες που εκτός του ότι προσφέρουν εύκολη πρόσβαση σ’ εκατοντάδες χιλιάδες μουσικές βιβλιοθήκες, μας επιτρέπουν ν’ απολαμβάνουμε ποιοτικότερο ήχο, όποτε κι όπου θέλουμε.

Χάρη στην εξέλιξη της τεχνολογίας, η μουσική αποτελεί πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Γι’ αυτό κι αξίζει να ρίξουμε μια ματιά στις 6 πιο σημαντικές καινοτομίες που άλλαξαν για πάντα τον τρόπο που ακούμε μουσική.

 

1910: Τα πρώτα ακουστικά - Ο «πρόγονος» των σημερινών headsets

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς την καθημερινότητά του χωρίς ακουστικά – είναι το αξεσουάρ που έχεις πάντα μαζί σου, στον περίπατο, στη γυμναστική, ακόμα και στην εργασία σου. Αυτό που -ίσως- δεν γνωρίζεις είναι ότι τα πρώτα ακουστικά εμφανίστηκαν το 1910, σχεδόν εκατό χρόνια πριν από το λανσάρισμα του πρώτου MP3 player, κι εφευρέθηκαν από τον Αμερικανό Ναθάνιελ Μπάλντγουιν για να πουληθούν στο Αμερικανικό ναυτικό.

Τα πρώτα ακουστικά ήταν κακόμορφα, άβολα αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις επικίνδυνα για τους χρήστες, καθώς η χρήση «γυμνών» ηλεκτρικών καλωδίων αποτελούσε κίνδυνο ηλεκτροπληξίας. Έκτοτε, τόσο η τεχνολογία, όσο κι ο σχεδιασμός τους έχουν αλλάξει ριζικά. Τα σύγχρονα ακουστικά είναι σαφώς πιο άνετα κι ασφαλέστερα, ενώ χρησιμοποιούν τεχνολογίες που μας επιτρέπουν ν’ ακούμε βαθύ και πλούσιο ήχο.

Παράλληλα, έχουμε διάφορες κατηγορίες ακουστικών που καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες: από ακουστικά ψείρες, κεφαλής και gaming headsets, μέχρι ακουστικά λαιμού κι ακουστικά για άθληση.

 

1979: Walkman – Για πρώτη φορά μουσική εν κινήσει

Στη δεκαετία του 1970, οι κασέτες χρησιμοποιήθηκαν ευρέως για την εγγραφή και την ακρόαση μουσικής. Ωστόσο, πριν από την έλευση του Walkman, η μουσική απλά δεν ήταν φορητή – τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που είναι σήμερα. Υπήρχαν ήδη το φορητό ραδιόφωνο τρανζίστορ και το φορητό κασετόφωνο, ωστόσο από τη μία τα φορητά τρανζίστορ αποτελούσαν περισσότερο ένα μέσο επικοινωνίας κι όχι κάποιο είδος φορητής συσκευής αναπαραγωγής ήχου, κι από την άλλη τα πρώτα κασετόφωνα ήταν απλές μονοφωνικές φορητές συσκευές μ' ένα ενσωματωμένο μικρόφωνο, που χρησιμοποιούνταν κυρίως για ηχογράφηση.

Αν και η ιδέα ενός «φορητού στερεοφωνικού» ανήκει στο Γερμανό εφευρέτη Ανδρέας Πάβελ (1977), η Sony ήταν η εταιρεία πίσω από την ανάπτυξη αυτής της τεχνολογίας, επηρεάζοντας σημαντικά τη μουσική βιομηχανία. Ένας από τους λόγους που πολλοί άνθρωποι στράφηκαν στο Walkman – κι αυτός που τελικά οδήγησε στην τεράστια εμπορική επιτυχία της συσκευής – ήταν το γεγονός ότι οι χρήστες μπορούσαν πλέον ν’ ακούσουν μουσική εν κινήσει. Το ενδιαφέρον του κόσμου για μια εντελώς καινούργια κατηγορία προϊόντος, σε συνδυασμό με την απλότητα της συσκευής, τελικά οδήγησαν σε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της Sony την εποχή εκείνη.

 

1982: Compact Discs (CDs) – Από την αναλογική στην ψηφιακή τεχνολογία

Το CD (ή αλλιώς Compact Disc, συμπαγής δίσκος) αποτελεί ακόμα μία επανάσταση στη σύγχρονη εποχή της μουσικής τεχνολογίας. Απλά φαντάσου την πρώτη φορά που ένας λάτρης της μουσικής ήρθε σ’ επαφή μ’ αυτό το μικρό, «λαμπερό» δισκάκι που χωρούσε τόσο πολύ μουσική σε τόσο μικρή επιφάνεια. Το πρώτο CD, το οποίο αναπτύχθηκε από τη Philips και τη Sony το 1980 και κυκλοφόρησε δύο χρόνια αργότερα, είχε μεγαλύτερο αποθηκευτικό χώρο από τους περισσότερους υπολογιστές της εποχής. Συγκεκριμένα, τα CDs μπορούσαν ν’ αποθηκεύσουν μέχρι και 80 λεπτά ασυμπίεστου ήχου.

Την ίδια εποχή, εμφανίστηκαν και τα πρώτα CD players -σταθερά και φορητά- από τις ίδιες εταιρείες. Μέσα σε μόλις 6 χρόνια, το CD ξεπέρασε το βινύλιο ενώ χρειάστηκαν άλλα τέσσερα πριν αντικαταστήσει (και) την κασέτα.

Η εποχή του CD ως βασικό μέσο αποθήκευσης/αναπαραγωγής μουσικής ολοκληρώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν και ξεκίνησε η «άνοδος» των MP3 players και των διαδικτυακών υπηρεσιών music streaming.

 

 

1989: Bluetooth – Θεμελιώδες συστατικό για τη διάδοση της ασύρματης μετάδοσης ροής ήχου

Το Bluetooth έφερε επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο ακούμε μουσική. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας ξεκίνησε το 1989 από τους Σουηδούς Νιλς Ράιντμπεκ και Γιόχαν Ουλμάν. Σκοπός ήταν η δημιουργία ασύρματων ακουστικών. Ωστόσο, σχεδόν μια δεκαετία μετά, η τεχνολογία επαναπροσδιορίστηκε για την ανάπτυξη ασύρματων ηχείων.

Σήμερα, το Bluetooth αποτελεί τη πιο δημοφιλή ασύρματη τεχνολογία, η οποία εξελίσσεται και αναπτύσσεται διαρκώς ώστε ν’ ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής. Τα καλώδια αρχίζουν να καταργούνται καθώς υπάρχουν περισσότεροι τρόποι να μεταδώσουμε ασύρματα τ’ αγαπημένα μας τραγούδια στο σπίτι και εν κινήσει. Φορητά ηχεία Bluetooth, ακουστικά Bluetooth, αλλά και ηχεία μεγάλης ισχύος προσφέρουν την άνεση της ασύρματης μετάδοσης ροής χωρίς να «θυσιάζουν» την ποιότητα ήχου. Σημαντικό ρόλο παίζουν και οι εταιρείες του χώρου, οι οποίες αναπτύσσουν τεχνολογίες κωδικοποίησης Bluetooth για μετάδοση ήχου υψηλής ανάλυσης, όπως π.χ. το LDAC της Sony.

 

1998: MP3 player – Από το Walkman στο iPod

Το 1998, η νοτιοκορεατική Saehan Information Systems δημιούργησε το πρώτο φορητό MP3 player, το MPMan. Κατά το πρώτο έτος κυκλοφορίας της, η συσκευή πούλησε μόλις 50.000 κομμάτια παγκοσμίως.

Οι πρώτες συσκευές αναπαραγωγής MP3 ήταν ογκώδεις, βαριές ενώ είχαν περιορισμένη εσωτερική μνήμη, αφού χωρούσαν μόλις μερικές δεκάδες τραγούδια. Παράλληλα, μέχρι την κυκλοφορία του πρώτου iPod το 2001, οι εμπορικά διαθέσιμες φορητές συσκευές αναπαραγωγής MP3 ήταν ελάχιστες και καμία εταιρεία δεν είχε καταφέρει ν’ αγγίξει την κυριαρχία που είχε το Walkman 20 χρόνια πριν.

Σε σύγκριση με το Walkman και τις κασέτες, η ιστορία για τα MP3 players ήταν πολύ διαφορετική. Κατ’ αρχάς, το πρότυπο MP3 δεν ήταν ευρέως διαθέσιμο, την ίδια στιγμή που η λήψη ψηφιακής μουσικής ήταν μια επίπονη διαδικασία. Χωρίς τη διαδεδομένη διαθεσιμότητα των MP3s και των ευρυζωνικών συνδέσεων, τα MP3 players δεν είχαν καμία ουσιαστική αξία.

Η αγορά των MP3 players τελικά εδραιώθηκε τρία χρόνια αργότερα, χάρη στο iPod της Apple. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η Apple εμφάνισε μια ελκυστική και απλή συσκευή που υποστηρίζεται από έξυπνο λογισμικό. Ο Στηβ Τζομπς γνώριζε – όσο κανείς άλλος – ότι, από μόνο του, το MP3 player ήταν… άχρηστο. Κατάλαβε ότι, για να έχει αξία η συσκευή, θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν και άλλοι συν-πρωτοπόροι στο «οικοσύστημα» του MP3 player. Συνεπώς, η Apple έπρεπε να περιμένει λίγο περισσότερο πριν τελικά κάνει την κίνησή της. Κάτι που αποδείχθηκε σοφό, καθώς τον Οκτώβριο του 2001, όταν η εταιρεία ανακοίνωσε το iPod, τα αρχεία MP3 και η ευρυζωνική σύνδεση ήταν πλέον ευρέως διαθέσιμα.

Το πρώτο iPod για Macintosh είχε χωρητικότητα 5GB και μπορούσε ν’ αποθηκεύσει έως 1.000 τραγούδια. Είχε ένα έξυπνο περιβάλλον χρήστη, πρόσφερε 10 ώρες ζωής μπαταρίας κι επέτρεπε στο χρήστη να μεταφέρει εκατοντάδες κομμάτια από τον υπολογιστή του σε πολύ μικρό χρόνο. Κι όλα αυτά, σε μια ελαφριά -για την εποχή- συσκευή που είχε το μέγεθος μιας τράπουλας. Ωστόσο, η πραγματική αξία του iPod ήταν το λογισμικό διαχείρισης μουσικής, το iTunes, το οποίο είχε λανσαριστεί αρχικά ως μουσική εφαρμογή για Mac.

Παρά το γεγονός ότι ήταν διαθέσιμο μόνο για χρήστες Mac, οι πωλήσεις του iPod ανέβηκαν γρήγορα στα ύψη. Μέχρι τον Ιούνιο του 2003, είχαν ήδη πουληθεί 1 εκατομμύριο κομμάτια ενώ στα τέλη του 2004, το «κοντέρ» είχε καταγράψει πάνω από 10 εκατομμύρια πωλήσεις.

Το λανσάρισμα του iPod διαμόρφωσε σημαντικά τον τρόπο που ακούμε μουσική και έφερε επανάσταση στη μουσική βιομηχανία. Πλέον, οι χρήστες έχουν όλη τη μουσική βιβλιοθήκη τους στην τσέπη τους ενώ τα άλμπουμ αντικατέστησαν οι προσαρμοσμένες playlists.

 

2001: On-demand audio streaming – Η Rhapsody «έδειξε» το μέλλον

Το Δεκέμβριο του 2001, η Rhapsody (γνωστή πλέον ως Napster) γίνεται η πρώτη συνδρομητική υπηρεσία μουσικής on-demand, προσφέροντας πρόσβαση σε μια μεγάλη βιβλιοθήκη ψηφιακής μουσικής έναντι μηνιαίας συνδρομής. Αν και η συμπίεση δεδομένων ήχου ήταν αρκετά υψηλή (χαμηλότερη ποιότητα ήχου), ώστε να συμβαδίζει με τις χαμηλές ευρυζωνικές συνδέσεις της εποχής, η Rhapsody έθεσε νέα πρότυπα στον τρόπο διανομής της μουσικής μέσω διαδικτύου.

Οι σύγχρονες υπηρεσίες ροής – Tidal, Spotify, Google Play Music, Apple Music κ.ά.- είναι το αποκορύφωμα πολλών τεχνολογικών επιτευγμάτων και εξέλιξης για πάνω από δύο δεκαετίες. Οι αρχιτέκτονές τους ανέπτυξαν διάφορες μορφές αρχείων, πλατφόρμες μετάδοσης καθώς και έξυπνους μη απωλεστικούς αλγόριθμους συμπίεσης ήχου για υψηλότερη ποιότητα ροής. Κάθε μία απ’ αυτές τις υπηρεσίες μουσικής ροής διαθέτει βιβλιοθήκη με εκατομμύρια τραγούδια καλύπτοντας όλα τα είδη μουσικής, ενώ, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι χρήστες έχουν την επιλογή για δωρεάν πρόσβαση σε αγαπημένα τραγούδια με μόνο αντίτιμο… την ανοχή στα σύντομα διαφημιστικά σποτ.

 

Σήμερα

Η εκθετική αύξηση των τεχνολογικών συσκευών όπως smartphones, tablets, media players, ακουστικά κ.λπ., σε συνδυασμό με την εξέλιξη του διαδικτύου, έχουν αλλάξει δραστικά τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τη μουσική, είτε δίνοντας στους χρήστες τη δυνατότητα ν’ ακούν την αγαπημένη τους μουσική όπου κι αν βρίσκονται, είτε διευκολύνοντας τους εραστές της μουσικής να δημιουργήσουν πρωτότυπες μελωδίες από την άνεση του σπιτιού τους και να τις μοιραστούν με εκατοντάδες χιλιάδες χρήστες στο διαδίκτυο.

Τώρα μπορείς να χρησιμοποιήσεις το iPad για να μάθεις τα βασικά της κιθάρας, ή να μαζευτείς με την παρέα σου και να στέλνετε μουσική εναλλάξ στο ίδιο ηχείο Bluetooth. Μ' άλλα λόγια, υπάρχουν πολλές επιλογές για πολλά σενάρια. Κι ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο ακούς μουσική, το σίγουρο είναι ότι πλέον μπορείς να την απολαύσεις όπως της αξίζει!

 

Δείτε ακόμη Άρθρα