|  | 

Κουζίνα

Λιναρόσπορος, ένας διατροφικός γίγαντας

 

 

Από την Ιωάννα Σταμούλου


 

Προϊόν υψηλής διατροφικής αξίας, κρατά σημαντική θέση στη λίστα των υπερτροφών, γιατί μια μόλις κουταλιά λιναρόσπορου είναι αρκετή να εφοδιάσει τον οργανισμό μας με πλήθος θρεπτικών συστατικών και οφέλη.

Έχουν ελαφρώς γλυκιά γεύση και στην όψη θυμίζουν τους σπόρους του σουσαμιού, μόνο που οι λιναρόσποροι έχουν μεγαλύτερο μέγεθος και σκληρότερο περίβλημα. Τον βρίσκουμε σε τρεις τύπους στην αγορά: ανεπεξέργαστο σε σκούρο χρώμα, αποφλοιωμένο σε ανοιχτό ξανθό και γενετικά τροποποιημένο με πορτοκαλοκόκκινο χρώμα που καλό είναι να αποφεύγουμε. O λιναρόσπορος ή αλλιώς flaxseed είναι ο καρπός του φυτού Linum. Το λινάρι είναι μονοετές φυτό το οποίο είναι γνωστό από τα νεολιθικά χρόνια και από τις ίνες του κατασκευάζονταν υφάσματα, ενώ υπάρχουν ενδείξεις πως κατανάλωναν και τον σπόρο του. Η πρώτη πιθανή χρήση του λιναρόσπορου ως τρόφιμο ήταν ως συστατικό του ψωμιού αλλά και ως καθαρτικό.

 

Λίγη ιστορία

Η καταγωγή του λιναριού είναι από την Μέση Ανατολή και την Ασία και η καλλιέργειά του από τον άνθρωπο γίνεται εδώ και 7000 χρόνια. Δείγματα λινών υφασμάτων βρέθηκαν σε ανασκαφές σε άριστη κατάσταση. Στην Αίγυπτο το 3400 π.Χ. κατασκεύαζαν υφάσματα και ρούχα από λινάρι. Στις πυραμίδες έχουν βρεθεί ταριχευμένες μούμιες που ήταν τυλιγμένες με λεπτές λωρίδες από λινό ύφασμα, βουτηγμένο σε μίγμα ουσιών. Από την Αίγυπτο το λινάρι διαδόθηκε στις άλλες χώρες της Μεσογείου και στη συνέχεια στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η έκφραση «πέρασε του λιναριού τα πάθη» προκύπτει από την επίπονη επεξεργασία που πρέπει να περάσει το λινάρι προκειμένου να εξαχθούν οι πολύτιμες ίνες του.

 

 

Καλλιέργεια

Ο λιναρόσπορος που καταναλώνουμε στο φαγητό μας βέβαια δεν προέρχεται από την ίδια ποικιλία λιναριού, αφού δύο είναι οι κυριότερες ποικιλίες, οι κλωστικές και οι ελαιοδοτικές. Αυτές που καλλιεργούνται για τις ίνες τους λέγονται κλωστικές και αυτές που καλλιεργούνται για τα σπόρια τους λέγονται ελαιοδοτικές, γιατί  από αυτές βγαίνει ο λιναρόσπορος κι από αυτόν ένα είδος λαδιού το λινέλαιο. Το ύψος του φυτού στις κλωστικές ποικιλίες φτάνει το 1,5 μέτρο, στις ελαιοδοτικές το ένα και τα άνθη του έχουν υπέροχο μπλε χρώμα. Κατά κύριο λόγο λινάρι καλλιεργείται σε Ρωσία, Γαλλία, Ινδία και Λιθουανία. Η καλλιέργεια λιναριού στην Ελλάδα  δεν είναι μεγάλη και γίνεται στη Μεσσηνία, κυρίως για την παραγωγή λιναρόσπορου.

 

 

Διατροφική αξία και οφέλη

Ο λιναρόσπορος είναι τροφή πλούσια σε Ω3 λιπαρά οξέα και πιο συγκεκριμένα σε άλφα-λινολενικό οξύ (ALA) το οποίο παρουσιάζει ισχυρή αντιφλεγμονώδη δράση και συμβάλλει στην υγεία της καρδιάς. Επίσης αποτελεί πλούσια πηγή ασβεστίου, μαγνησίου, φωσφόρου και χαλκού, καθώς και μια πολύ καλή πηγή φυτικών ινών, διαλυτών και αδιάλυτων. Επίσης, είναι ένα τρόφιμο πλούσιο σε φυτοοιστρογόνα (λιγνάνες) και φτωχό σε νάτριο και χοληστερόλη, ενώ η υψηλή περιεκτικότητά του σε πρωτεΐνη τον καθιστά απαραίτητο στη διατροφή των αθλητών. Τα οφέλη που του αποδίδονται είναι πολλά, όπως μείωση της χοληστερόλης και της γλυκόζης στο αίμα, αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας, μείωση της αρτηριακής πίεσης, προστασία του δέρματος, ευεργετική δράση κατά του καρκίνου του μαστού και του προστάτη.

 

Πώς καταναλώνεται

Κατ’ αρχάς ο λιναρόσπορος χρειάζεται καλό ξέπλυμα πριν τη χρήση του. Να διευκρινίσουμε επίσης πως δεν τρώγεται ως έχει, αφού το εξωτερικό του περίβλημα τον καθιστά δύσπεπτο. Οπότε πριν τον καταναλώσουμε τον τρίβουμε στο μπλεντεράκι και στη συνέχεια μπορούμε αν θέλουμε να τον μουλιάζουμε σε ζεστό νερό και να τον χρησιμοποιήσουμε την επόμενη μέρα. Πώς; Ανακατεμένο στο μούσλι και τα δημητριακά, σε σαλάτες λαχανικών και φρούτων, σε σούπες και σάλτσες, στο γιαούρτι, στο κεφίρ ή το γάλα, στα smoothies, σαν ρόφημα μέσα σε καυτό νερό μαζί με φέτες από λεμόνι, σε ψωμιά κι αρτοσκευάσματα, αντικαθιστώντας μέρος του αλευριού με τριμμένο λιναρόσπορο.

 

 

Δείτε ακόμη